1 9 7 3 1 9 7 4 1 9 7 5 1 9 7 6 1 9 7 7 1 9 7 8 1 9 7 9 1 9 8 0 1 9 8 1 1 9 8 2 1 9 8 3 1 9 8 4 1 9 8 5 1 9 8 6 1 9 8 7 1 9 8 8 1 9 8 9 1 9 9 0 1 9 9 1 1 9 9 2 1 9 9 3 1 9 9 4 1 9 9 5 1 9 9 6 1 9 9 7 1 9 9 8 1 9 9 9 2 0 0 0 2 0 0 1 2 0 0 2 2 0 0 3 2 0 0 4 2 0 0 5 2 0 0 6 2 0 0 7 2 0 0 8 2 0 0 9 2 0 1 0 2 0 1 1 2 0 1 2 2 0 1 3 2 0 1 4 2 0 1 5

Με το έργο «Υπόγειες Διαδρομές – Λαύριο», η Μαριάννα Στραπατοάκη μας παρουσιάζει το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας εν τω γίγνεσθαι. Πρωταγωνιστές στο τελευταίο της εικονοπλαστικό αφήγημα είναι η Γη και ένας από τους αρχαιότερους τόπους εκμετάλλευσής της, το Λαύριο. Τα διορύγματα που διανοίχτηκαν μέσα στο στέρεο σώμα της γης, οι κοιλότητες που χάσκουν, η υπόγεια ζωή που χθόνια αλλά θαυμαστά εξελίσσεται κρυμμένη κάτω από τα πόδια μας και κάτω από το φως του Ήλιου, αποτέλεσε το πεδίο που περιπλανήθηκε ανήσυχα η όρασή της, τα τελευταία τρία περίπου χρόνια.

Το πρώτο μέρος της τριλογίας της, αντίθετα αναφερότανε στο υδάτινο στοιχείο και συνέδεε την πράξη της δημιουργίας με το φυσικό χώρο του Μεσογειακού πολιτισμού, τη θάλασσα. Σ’εκείνη την «κοσμογονική» αναπαράσταση, που πραγματοποίησε με μέσα το βίντεο, το νερό, τις κολώνες από πλκεξιγλας και τις ανοξείδωτες λαμαρίνες, όλα τα στοιχεία ήτανε συγκεντρωμένα σε μία κατασκευή μέσα στον χώρο. Υλικά, τεχνικές, εικόνα και γραφή συγχωνεύονταν με τους κεντρικούς ήρωες εκείνης της αφήγησης, που ήτανε το ύδωρ και ο Ναός της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα. Στην ιδιαίτερα ευαίσθητη ανάγνωση του έργου, που έφερε τον τίτλο «Τα Φαντάσματα της Μεσογείου ή οι Αντικατοπτρισμοί του παρελθόντος», γραμμένη από τον ιστορικό τέχνης, Αντρεα Ιωαννίδη, το 1989, υπογραμμιζότανε η συνεχής μετακίνηση της αντίληψης της έννοιας της δημιουργίας από την «κατάλυση» των μορφών κα των ιστορικών τους αναφορών στην «αποκατάσταση» τους. Η ιστορία και η εικόνα του αρχαίου ναού ξαναβαπτιζότανε, με το έργο της Στραπατοάκη, μέσα στο υδάτινο στοιχείο του ευρύτερου φυσικού και πολιτισμικού τοπίου, δίδοντας γέννηση σε μια νέα αφήγηση περί της ενότητας της Φύσης με την Τέχνη.
Σήμερα, η Μαριάννα Στραπατοάκη συνεχίζει να αντικρύζει και να διερευνά αυτήν την ίδια διπολική ενότητα, Φύση-Τέχνη. Στον ορυκτό κόσμο, που φυλάσσεται στη «μήτρα» της Γης, η κίνηση του υδάτινου στοιχείου αναπαρίσταται σε σταθεροποιημένη μορφή. Μέσα σε αυτόν τον στέρεο χώρο, ο άνθρωπος από αιώνες, άρχισε να χτίζει τις διαδρομές ενός τεχνητού κόσμου, που έμελαν να διανοίξουν και να στερεώσουν τους μελλοντικούς δρόμους και τις στέρεες δομές της βιομηχανικής εποχής, καταλήγοντας στο σημείο της αλόγιστης εκμετάλλευσης του υλικού πλούτου που του παρείχε η Φύση. Σε εκείνο το ιστορικό σημείο, Φύση και Τεχνική διαχωρίστηκαν.
Μέσα σε αυτήν την θαμμένη ιστορία, η Στραπατοάκη ξαναπερπατά ανάμεσα στα στοιχεία της Φύσης και τα υπολείματα μιας νεκρωμένης ζωής, καθοδηγούμενη από μία εξερευνητική σχεδόν περιέργεια. Κι έτσι, αναπόφευκτα, ο καλλιτέχνης και η πράξη της αναπαράστασης διασταυρώνονται με ορισμένες πορείες στην ιστορία της ερμηνείας του κόσμου.
Ύστερα από την παρατήρησή του υδάτινου στοιχείου και της ρευστότητας, που σα φυσική κατάσταση ενυπάρχει στο σώμα και αντανακλάται στη διανοητική λειτουργία του ανθρώπου, η μεταστροφή του ματιού της στα στέρεα τοιχώματα της γήινης ενδοχώρας, την φέρει αντιμέτωπη με την αντίληψη της σταθεροποιημένης δομής των πραγμάτων, της σκέψης, της μορφής του λόγου. Η περιπλάνησή της στην περιοχή όπου η Φύση διαβάζεται μέσα από την αέναη ροή της αλλά και από τις αποκρυσταλλωμένες αποτυπώσεις της ίδιας ροής, αναπόφευκτα οδηγεί τη σκέψη και στις διόδους του πνεύματος, όπως διανοίχτηκαν από τον ηρακλειτισμό στον στικισμό. Στην ιστορία του πολιτισμού, αυτές όπως και άλλες οπτικές του κόσμου αποτέλεσαν τα σταθερά σημεία αναφοράς πολλαπλών προσεγγίσεων. Για την τέχνη, αντιπροσωπεύσαν, κατά περιόδους τα αντικείμενα νέων ερμηνειών. Ο καλλιτέχνης, σταθεροποιώντας το μάτι και εστιάζοντας την προσοχή σε μια συγκεκριμένη όψη του κόσμου, αναζητά να την αποκρυσταλλώσει σε κάποια γραφή, σε κάποια ξεκάθαρη δομή και τεχνική, που όμως, πέρα από την εκφραστική τους ιδιότητα, αποδίδουν την αντίληψη του κόσμου συναρτημένη με μια δεδομένη ιστορική σκοπιά.
Αλλά το έργο «Υπόγειες Διαδρομές – Λαύριο», σχεδιασμένο, ζωγραφισμένο, γυρισμένο την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα αρνείται συστηματικά να σταθεροποιήσει τη σκοπιά, να απομονωθεί σε μια τεχνική, να ολοκληρωθεί σε μία μόνο γραφή ή να υπογραμμίσει την υπεροχή μίας μόνο δομής του εικαστικού λόγου. Η εικόνα του ιδίου θέματος αποδίδεται ταυτόχρονα μέσα από διαφορετικά τεχνικά μέσα καταγραφής και έκφρασης. Αρχικά, μια σειρά από παστέλ σε χαρτί μεταφέρει εντυπώσεις από τις εικόνες που συνάντησε η ίδια η καλλιτέχνης μέσα στις σκοτεινές στοές του Λαυρίου. Με το βίντεο, στη συνέχεια, τα ίδια στοιχεία καταγράφονται αποσπασματικά, συγχωνεύονται, μεταμορφώνουν την ολική εικόνα. Και, παράλληλα, πάνω στις κατοπτρίζουσες επιφάνειες των ανοξείδωτων ελασμάτων, πάνω στο επεξεργασμένο μετάλλευμα, σχεδιάζεται η διαδρομή της ελεύθερης χειρονομίας του καλλιτέχνη. Η μία εικόνα εισχωρεί μέσα σην άλλη οπτικά και, ταυτόχρονα, ο ένας χρόνος αντικατοπτρίζεται στον άλλο, μέσα στο χώρο όπου το έργο, αφιερωμένο στις υπόγειες διαδρομές του Λαυρίου, εκτίθεται.
Η πρόθεση διάφορων τεχνικών μετάπλασης ενός κοινού θέματος παρατήρησης, φανερώνει την καλλιτέχνη ασυμβίβαστη με όποια απόλυτη ή δογματική θεωρία της ιστορίας και της αισθητικής της τέχνης. Η τέχνη ταυτίζεται με την τεχνική, με την έννοια του αδιαίρετου μεταξύ της ζωής και του έργου. Τέχνη και καλλιτέχνης δηλώνονται ως οι κληρονόμοι πολλαπλών τεχνών και τεχνικών γνώσεων, αλλά και σαν η σταθερή ενεργός δύναμις, που δραστηριοποιεί την όραση και τη νόηση προς μία μη στατική αντίληψη του κόσμου. Κάθε διαφορετική γραφή αντλεί από τα έγκατα της γης και μιαν άλλη όψη της, ενώ, ταυτόχρονα, φαίνεται να εξορύσσει μέσα από τα βάθη της ψυχής του καλλιτέχνη και μια καινούργια λέξη γι αυτό που παρατηρηρεί.
Η Μαριάννα Στραπατοάκη φαίνεται να υιοθετεί αυτήν την μέθοδο σα μιαν αναγκαία γι’αυτήν πράξη, προκειμένου η εργασία της απεικόνισης να μην ταυτιστεί τελεολογικά με το αισθητικό της μονάχα προϊόν. Το έργο της τέχνης μιλά, αντίθετα, για τη διαδικασία της παρατήρησης σαν μια πράξη εξόρυξης ενός πλούτου εννοιών και εικόνων, που έγκειται στο βάθος, κάτω από κάθε επίπεδη και γραμμική μορφή πληροφόρησης. Μ’ένα αυθόρμητο, σχεδόν ερωτικό πάθος, η Μαριάννα Στραπατοάκη δεισδύει μέσα στα στοιχεία της φύσης, μέσα στη θάλασσα, μέσα στη γη, μέσα στις δομές του πολιτισμού, μέσα στην εικόνα της τέχνης για να μας κάνει να «ανακτήσουμε τις αισθήσεις μας», όπως διορατικά είχε παρατηρήσει το 1964 η Susan Sontag αναφορικά με τη γλώσσα της τέχνης και την ανάγνωσή της στο σύγχρονο πολιτισμό.
Γι αυτό, πριν δηλώσουμε την υπεροχή μιας «νέας» οπτικής του κόσμου, μιας «νέας» ανάγνωσης της τέχνης, ας διερευνήσουμε αν ξέρουμε και μορούμε «να Βλέπουμε περισσότερο, να ακούμε περισσότερο, να νοιώθουμε περισσότερο»*. Η πορεία της Μαριάννα Στραπατοάκη κεντρίζει την ευαισθησία προς αυτήν την αναζήτηση.
Απέναντι σε αυτήν την κατεύθυνση, πράγματι περιττεύει η ερμηνεία και η όραση και γραφή επανακτούν την ισχύ τους ως καθαρά δημιουργικές πράξεις.
* (Susan Sontag, Against Interpretation» 1964).