1 9 7 3 1 9 7 4 1 9 7 5 1 9 7 6 1 9 7 7 1 9 7 8 1 9 7 9 1 9 8 0 1 9 8 1 1 9 8 2 1 9 8 3 1 9 8 4 1 9 8 5 1 9 8 6 1 9 8 7 1 9 8 8 1 9 8 9 1 9 9 0 1 9 9 1 1 9 9 2 1 9 9 3 1 9 9 4 1 9 9 5 1 9 9 6 1 9 9 7 1 9 9 8 1 9 9 9 2 0 0 0 2 0 0 1 2 0 0 2 2 0 0 3 2 0 0 4 2 0 0 5 2 0 0 6 2 0 0 7 2 0 0 8 2 0 0 9 2 0 1 0 2 0 1 1 2 0 1 2 2 0 1 3 2 0 1 4 2 0 1 5

Η τριλογία της Μαριάννας Στραπατσάκη «Γέννηση, Ζωή, Θάνατος» χρειάσθηκε είκοσι χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ορίζεται από τρεις μεγάλους σταθμούς : «Φαντάσματα της Μεσογείου (1989)», «Υπόγειες διαδρομές – Λαύριο» (1997), «Αδηλοι τόποι – Απέραντο λευκό» (2007). Σήμερα, στο ενεργές παρόν, έχουμε μπροστά μας το σύνολο του έργου μια που και ο γενικός του τίτλος δεν μας επιτρέπει να φαντασθούμε τη δυνατότητα ενός μετέπειτα σταδίου ή μη μόνο την επανάληψη του κύκλου. Το ενεργές όλον έργο μάς κινητοποιεί συναισθηματικά, νοητικά και αισθητικά ως όλον, άρα τετελεσμένο, μάς θέτει το ερώτημα του σκοπού του, της σημασίας του. Η απάντηση που θα δοθεί ως προς το όλον δημιουργεί ένα ερμηνευτικό σχήμα και ένα αφηγηματικό πρόταγμα να προαχθούν εκ των υστέρων αναδρομικές αφηγήσεις – αναγνώσεις οι οποίες ίσως δεν ανταποκρίνονται στα ψυχικά και αισθητικά αιτήματα της καλλιτέχνιδος κατά τη στιγμή της δημιουργίας των μερών του έργου. Θα επιχειρήσω να δείξω ότι μια τέτοια ολιστική ανάγνωση νομιμοποιείται γιατί το έργο έχει μια σταθερή δομική μονάδα που επαναλαμβάνεται και στις τρεις φάσεις. Πρόκειται για το σύμπλεγμα «Ιστορία, Νους, Σάρκα» του οποίου οι συνιστώσες αποκτούν διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο στην κάθε φάση του έργου. «Σημασιολογικό» και όχι «εννοιολογικό» γιατί το έργο της Μαριάννας Στραπατσάκη δεν νοηματοδοτεί αλλά, ως γνήσιο έργο τέχνης, δείχνει τη σημασία των πραγμάτων του κόσμου, μετακινώντας μας έξω από τη συνηθισμένη οπτική, έξω από τις σταθερές μας γνώσεις και εκλογικεύσεις. Μας εκθέτει σε μια κατάσταση χάους, σαγήνης, διέγερσης και απόλαυσης, αν καταφέρουμε να μείνουμε σκεπτόμενοι μέσα στη διέγερση που μας προκαλεί ` αν καταφέρουμε να «εννοιο-λογισθούμε» γιατί αυτή η διεργασία είναι το αίτημα του έργου προς τον θεατή που με τη σειρά του γίνεται συνεργάτης – αναγνώστης – δημιουργός. Στη δική μου αλληλοεπίδραση με το έργο θεωρώ ότι κατά την πρώτη φάση, «Φαντάσματα της Μεσογείου» (1989), το σύμπλεγμα «Ιστορία, Νους, Σάρκα» ορίζεται ως εξής: Η Ιστορία, δηλαδή η Μνήμη, είναι το κυρίαρχο στοιχείο ˙ ο Νους προσπαθεί να την ιδιοποιηθεί ώστε να μορφοποιηθεί ο ίδιος˙ η σάρκα, τι παράδοξο! , είναι άμορφη και άχρονη. Αναλυτικότερα : η Ιστορία συμβολίζεται από τη Δωρική κολώνα του ναού της Αφαίας η οποία έχει αξία αρχετυπικού σχήματος που ζητά να επανεργοποιηθεί, αξία πλατωνικής Ιδέας που ως ανάμνηση και όνειρο έρχεται στο Νου και απαιτεί την υλοποίηση της. Ο Νους αισθάνεται ότι η Ιστορία τού είναι ανοίκεια και εξωτερική, αλλά απαραίτητη για τη διαμόρφωσή του˙ συνεπώς βλέπει πάντα μέσα από ένα διάμεσο υλικό, διαφανές, αλλά παραπλανητικό, γιατί διαθλαστικό, τα μορφώματα της Ιστορίας που του προτείνουν υπόσταση: έτσι η κολώνα γίνεται το ανάλογο του ανθρώπινου κορμού, οι κολώνες το ανάλογο του τραγικού χορού, οι σπόνδυλοι και η διάρρηξή τους το σύμβολο της ευθραυστότητάς μας. Η Σάρκα, ως νερό, περιέχουσα και τη Μνήμη και το Νου, δεν συμμετέχει˙ παραμένει έντονη, δυναμικά ανακλαστική επιφάνεια, άμορφη μια και ο Νους δεν μπορεί να τη μετεγγράψει σε κάποιο σχήμα. Αυτή η εκκρεμότητα αποδίδεται εξαιρετικά με την επιλογή του ασπρόμαυρου. Η όλη συνθήκη μοιάζει με τις εμπειρίες του βρέφους που βρίσκεται ως αρχόμενος Νους μέσα στη φυλογενετική Μνήμη και στην Ιστορία, όπου τον φέρνει η ακατάληπτη γι΄ αυτό ακόμη Γλώσσα που του απευθύνεται, ενώ ως σώμα δεν είναι παρά μια αλληλουχία ενεργειακών, αισθητηριακών, αλλά μη ψυχικοποιημένων, ρευστών κινήσεων. Στη δεύτερη φάση, «Υπόγειες διαδρομές – Λαύριο» (1997) το σύμπλεγμα «Ιστορία, Νους, Σάρκα» τροποποιείται : η Ιστορία δεν δηλώνεται ως αρχέτυπο και ιδεώδες ιδεατό αλλά ως το αποτέλεσμα της εργασίας του ανθρώπου. Οι σήραγγες, προϊόν της ψυχοκινητικής συνέργειας Νου και Σάρκας μαρτυρούν την εμπειριοκρατική στροφή μετά την ιδεαλιστική των «Φαντασμάτων». Ο άνθρωπος αναζητά τα υλικά που θα του επιτρέψουν να κάνει τεχνική, τέχνη, επιστήμη και τελικά, και πάλι, ιδέα. Η διαδρομή είναι η αντιστροφή της προηγούμενης και συμβαίνει λόγω των ελλειμμάτων της προηγούμενης. Τα ελλείμματα είναι ενεργειακά, που τώρα, η κατάβαση μέσα στη σάρκα της γης, της μητέρας, του ίδιου του ανθρώπου θα αναπληρώσει, προσφέροντας στον Νου, που τροφοδοτείται από αυτά, και την αίσθηση της έδρασής του στο σώμα «του». Στη δεύτερη αυτή φάση ο κυρίαρχος Νους επιτυγχάνει να καταστείλει τις οριοθετήσεις της Ιστορίας και αποτυγχάνει μπροστά στα τεράστια ενεργειακά αποθέματα που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν, και που έξοχα δηλώνονται με την χρωματική πανδαισία των ρευστών μετ- άλλων. Η εργασία του τον υποχρεώνει να αναγνωρίσει το άχρονο της φύσης και της ιδέας, η εργασία του τον φέρνει μπροστά στη θνητότητά του. Μόνη λύση στο άγχος θανάτου είναι η χαρά από την ενεργοποίηση της φαντασίας και της μορφοποιητικής σκέψης στην οποία μας καλούν οι εξαίρετες χρωματικές μη παραστατικές ρέουσες εικόνες, ενώ το σώμα, καυτό πια, παραμένει και πάλι σε εκκρεμότητα. Στην Τρίτη φάση, «Αδηλοι τόποι – απέραντο λευκό» (2008) το σύμπλεγμα «Ιστορία, Νους, Σάρκα» βρίσκει την οριστική λύση του. Η Ιστορία του κόσμου γίνεται «αδιάφορη» γιατί κόσμος είναι πλέον ο έμβιος κόσμος και αυτός «γυρνά» ανιστορικά με βασικά επαναλαμβανόμενα σχήματα αυτοσυντήρησης, σεξουαλικότητας, επιθετικότητας, ζωής ,θανάτου, όπως μαρτυρεί το πλήθος των σκηνών που παρατίθενται από τη φύση. Η μόνη σημαντική Ιστορία είναι η ιστορία του ατόμου και πάλι, όχι τα γεγονότα αλλά το συναισθηματικό τους εντύπωμα. Ετσι, δεν βλέπουμε τα γεγονότα ζωής που αναπολεί η ζωντανή νεκρή, αλλά τα φανταζόμαστε μέσα από τις συναισθηματικές της αντιδράσεις. Οδηγός πλέον του Νου δεν είναι η Ιδέα ή η Ανάγκη – Εργασία αλλά το συναίσθημα. Ο Νους εγκαταλείπει τον αγώνα για την πρωτοκαθεδρία έναντι της Ιστορίας και της Σάρκας και γίνεται το όργανο που υπηρετεί τον κόσμο και τη σάρκα στη ροή τους. Μ΄ αυτό τον τρόπο επέρχεται η μεγάλη Συμφιλίωση μια και το άτομο δεν αγωνιά για την θνητότητά του αποδεχόμενο τη μοίρα του ως μέρος ενός αέναου κόσμου. Με τη συνειδητοποίηση αυτή και ο τίτλος της τριλογίας φωτίζεται διαφορετικά. Δεν πρόκειται για μια γραμμική διαδικασία γέννησης, ζωής, θανάτου. Η Μαριάννα Στραπατσάκη μάς δείχνει ότι μόνο βιώνοντας τον θάνατο μες στη ζωή, γεννιόμαστε και ζούμε την κάθε αιώνια στιγμή αυτού του άχρονου κόσμου.